Δήμος Σικυωνίων

Ταξίδι στο Παρελθόν

Η Σικυώνια γη έχει να επιδείξει μια πλούσια ιστορική παράδοση, άρρηκτα δεμένη με την ελληνική μυθολογία. Η πόλη Σικυών παρουσίασε μεγάλη ακμή στην περίοδο της αρχαιότητας, ειδικά από τα μέσα του 2ου αι. π.Χ. Εδώ εικάζεται ότι παίχτηκε αρχαίο δράμα για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Αναπτύχθηκαν επίσης σπουδαίες σχολές γλυπτικής και ζωγραφικής με ονομαστούς καλλιτέχνες όπως ο Λύσιππος, προσωπικός ανδριαντοποιός του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Στην ιστορία έχει μείνει η Σικυώνια ποιήτρια Πράξιλλα και σπουδαίοι πολιτικοί άνδρες όπως ο τύραννος Κλεισθένης και ο Άρατος.
Ο επισκέπτης έχει την ευκαιρία να θαυμάσει την ιστορία της περιοχής στον αρχαιολογικό χώρο της Σικυώνας, σε απόσταση μόλις 5χλμ από το Κιάτο. Οι ανασκαφές που έγιναν από το 1885 έως το 1895 και από το 1920 έως 1988 έφεραν στο φως ερείπια όπως το αρχαίο θέατρο, το Βουλευτήριο, το Γυμνάσιο- Παλαίστρα και η Μακρά Στοά.
Το συγκρότημα ρωμαϊκών λουτρών που ανασκάφηκε στην περιοχή έχει διαμορφωθεί σε Αρχαιολογικό Μουσείο όπου ο επισκέπτης μπορεί να θαυμάσει αγγεία, γλυπτά, ψηφιδωτά, νομίσματα και άλλα ευρήματα τα οποία καθρεφτίζουν τον καλλιτεχνικό πλούτο του παρελθόντος. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα αρχαία ψηφιδωτά δάπεδα που απεικονίζουν μυθικές και ζωικές παραστάσεις.
Το αρχαίο θέατρο Σικυώνας, από τα μεγαλύτερα θέατρα της αρχαίας Ελλάδας, δεσπόζει στον αρχαιολογικό χώρο, ενώ η θέα από το σημείο αυτό προς τον Κορινθιακό κόλπο και τις οροσειρές της Στερεάς Ελλάδας είναι μαγευτική.
Το Βυζαντινό μοναστήρι της Παναγίας της Λέχοβας, στο ορεινό χωριό Κρυονέρι, αποτελεί επίσης στολίδι και αξίζει να το επισκεφθεί κάποιος. Σημαντικά μνημεία αποτελούν επίσης η Ακρόπολη της Αρχαίας Τιτάνης, όπου υπήρχε ένα από τα αρχαιότερα Ασκληπιεία του ελληνικού χώρου, και η παλαιοχριστιανική Βασιλική που χτίστηκε στις αρχές του 5ου αι και κάλυπτε θρησκευτικές ανάγκες των ταξιδιωτών που έφταναν στο λιμάνι ενώ στην πορεία εγκαταλείφθηκε και μετατράπηκε σε νεκροταφείο.

Πηγή

 

Μυθολογία

Η περιοχή διαθέτει μία από τι πλουσιότερες μυθολογικές παραδόσεις στη χώρα. Αυτόν τον τόπο διάλεξαν οι Θεοί, μετά την Τιτανομαχία, για να χωρίσουν τα αγαθά του κόσμου, με κριτή τον Προμηθέα. 0 Τιτάνα, όμως, όντας φιλάνθρωπος, τους εξαπάτησε δίνοντάς τους τα χειρότερα κομμάτια από τα Θυσιασμένα ζώα, κρατώντας τα καλύτερα για τους ανθρώπους. Επίσης κατάφερε να κλέψει τη φωτιά και να την χαρίσει στο ανθρώπινο γένος, πράξη για την οποία υπέστη τη γνωστή τιμωρία. Επίσης εδώ, έφτασαν κυνηγημένοι, μετά τη δολοφονία του Πύθωνα στους Δελφούς, ο Απόλλων και η Άρτεμις για να εξαγνιστούν.

Χάλκινος Ερμήs κριοφόρος. Είναι έργο σικνώνιου εργαστηριού τον 500 π.Χ. περίπου. Βρίσκεται στη Βοστόνη στο Museum of The Arts.

 

 

 

Ονομαστότερο από τα ποτάμια τηs περιοχήs ήταν και είναι ο Ασωπός, ο οποίος είχε θεοποιηθεί και γι' αυτόν είχαν πλαστοί πολλοί μύθοι, ενώ όλη η περιοχή ονομαζόταν Ασωπία χώρα. Σύμφωνα με τον αρχαίο Κορίνθιο ποιητή Εύμηλο, η Ασωπία ονομάστηκε Σικυωνία από τον Σικυώνα, ο οποίος θεωρείται ω ο 19os βασιλιάς τηs περιοχήs και βασίλεψε για 45 χρόνια.

Ιστορία

Αρχαιότητα

Η Σικυών θεωρούνταν ω η πρώτη πόλη που ιδρύθηκε στην Πελοπόννησο. Στους προϊστορικούς χρόνους ονομαζόταν Αιγιάλεια, Μυκώνη, Τελχινία και κατόπιν Σικυών.

Η ετυμολογία τηs λέξης «Σικυών» προέρχεται από το αρχαίο «σικυός» ή «σίκυος», όπως ονομαζόταν ένα μικρό φυτό που ανήκε στα «κολοκυνθοειδή» και αφθονούσε στις τροπικές χώρες. Σύμφωνα με τον κατάλογο των βασιλέων τηs Σικυώνα, ο πρώτος βασιλιάς τηs ονομαζόταν Αιγιαλεύς και ήταν εκείνος που ίδρυσε τον πρώτο συνοικισμό στην Ασωπία, περίπου το 2.000 π.Χ. στην περιοχή μεταξύ των ποταμών Ασωπού και Ελισσώνα.

 

 

 

Ψευδόστομος αμφορέας Μυκηναϊκής περιόδου (13ος αι. π.Χ.). Μουσείο Αρχαίας Σικυώνας.

Η αρχαία πόλη τηs Σικυώνα ήταν χτισμένη κοντά στο Κιάτο, ενώ η οχυρή ακρόπολη της βρισκόταν στο οροπέδιο, νότια τηs πόλης. Στιβ εκβολές του Ασωπού βρισκόταν το λιμάνι, το οποίο αποτελείτο από μια τεχνητή λεκάνη, κοντά στο σημερινό αλσύλλιο τηs Παναγίας. Πρώτοι κάτοικοι Θεωρούνται οι Πελασγοί, κατόπιν οι Αιολείς (Αμυθαονίδες), οι Ίωνες και τέλος οι Δωριείς ενώ η πόλη διατηρούσε στενούς δεσμούς  με το Άργος. Οι Σικυώνιοι, υπό τον Αγαμέμνωνα, έλαβαν μέρος στον Τρωικό Πόλεμο.

 

 

Το 676 π.Χ. οι Αιγιαλείς με επικεφαλής τον Ορθαγόρα, απομάκρυναν τους Δωριείς από την εξουσία. Υπό τους Ορθαγορίδες η Σικυώνα γνώρισε μεγάλη ακμή, ιδιαιτέρωs επί τηs τυραννίας του Κλεισθένη, ο οποίος ήταν παππούs του Κλεισθένη του Αθηναίου, του ιδρυτή τηs Αθηναϊκήs Δημοκρατίας. Κατά τους Περσικού Πολέμουs, οι Σικυώνιοι συμμετείχαν με σημαντική δύναμη και πολέμησαν στο Αρτεμίσιο, στη Σαλαμίνα, στις Πλαταιές και στη Μυκάλη.

Επί των διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου η πόλη περιήλθε στον Πολυσπέρχοντα, στη συνέχεια στο γιο του Αλέξανδρο και μετά τη δολοφονία του δεύτερου από τους Σικυώνιους, στη χήρα του Κρατησιπόλιδα (314 π.Χ.). Το 303 π.Χ. ο Δημήτριος ο Πολιορκητής, πολεμώντας κατά του Κάσσανδρου, μεταξύ των άλλων Πελοποννησιακών πόλεων κατέλαβε και τη Σικυώνα. Αφού την μετέφερε στο ευρύχωρο οροπέδιο, όπου βρισκόταν η παλαιότερη ακρόπολη τους, κοντά στο σημερινό Βασιλικό, την περιέβαλε με τείχη και διευκόλυνε όσους ήθελαν να εγκατασταθούν εκεί. Στην πόλη, που ονομάστηκε Δημητριάς, επιβλήθηκε από τον Δημήτριο τυραννία, η οποία καταλύθηκε το 251 π.Χ. από τον Άρατο.

 

Ερυθρόμορφα αρυβαλλοειδή ληκύθια τηs Κλασικήs περιόδου. Μουσείο Αρχαίαs Σικυώνα.

 

Ο Άρατο, γιος του άρχοντα τηs Σικυώνα Κλεινία, γεννήθηκε το 271 π.Χ. Παιδί εφτά ετών φυγαδεύτηκε στο Άργος μετά τη δολοφονία του πατέρα του. Σε ηλικία είκοσι ετών επέστρεψε κρυφά στη Σικυώνα και με πραξικόπημα ανέτρεψε τον τύραννο Νικοκλή. Αμέσως, πήρε μέτρα φιλολαϊκά ακολουθώντας τα βήματα του Κλεισθένη. Πολύ γρήγορα έδωσε στη Σικυώνα την παλιά τηs αίγλη της εποχής των Ορθαγορίδων. Από τα πρώτα χρόνια που ανέλαβε την εξουσία οδήγησε τη Σικυώνα στην Αχαϊκή Συμπολιτεία, τηs οποίας έγινε επανειλημμένα στρατηγόs και την οποία οδήγησε σε περίοδο ακμήs και επιτυχιών. Δηλητηριάστηκε το 213 π.Χ. από τον Φίλιππο Ε' των Μακεδόνων, επειδή στο πρόσωπο του Άρατου και τηs Αχαϊκέ Συμπολιτεία έβλεπε ένα σοβαρό εμπόδιο στην κυριαρχία των Μακεδόνων στην Πελοπόννησο. Οι Σικυώνιοι τον έθαψαν με τιμές στα τείχη τηs πόληs και του έφτιαξαν ιερό.

 

 

 

 

Η Πράξiλλα ως αυλήτρια. Χάλκινο αγαλματίδιο τον 1ον αι. μ.Χ. Το άγαλμα σε στάση χορεύτριας με σπειροειδή κεντρόφυγη κίνηση των μελών. Μουσείο Τεχνών, Santa barbara.

Το 198 π.Χ. η σύνοδος τηs Αχαϊκήs Συμπολιτείας, που έγινε στη Σικυώνα, αποφάσισε να συνάψει συμμαχία με τους Ρωμαίους εναντίον των Μακεδόνων, γεγονός που τελικά οδήγησε στην υποταγή της Ελλάδας.

Το 146 π.Χ., μετά την καταστροφή της Κορίνθου από τον Μόμμιο, αναγνωρίστηκε από τουs Ρωμαίους η αυτονομία τηs πόλης και οι Σικυώνιοι ανέλαβαν για ένα διάστημα την διοργάνωση των Ισθμίων. Όμως, το 87 π.Χ. η πόλη καταστράφηκε από τον Σύλλα και το 58 π.Χ. αναγκάστηκε να πουλήσει τουs ζωγραφικούς πίνακες για να ανταποκριθεί στα χρέη τηs. 0 Παυσανίας περνώντας από την πόλη (2ος αιώνας μ.Χ.) έκανε μια περιγραφή των μνημείων τηs. 0 επισκέπτης που ερχόταν από τον δρόμο της Κορίνθου συναντούσε το μνήμα του Μεσσήνιου λύκου και δεξιά του ήταν το Ολύμπιον, ενώ εισέρχονταν στην Πόλη από μία πύλη όπου υπήρχε η Στάζουσα πηγή, το νερό τηs οποίας ανάβλυζε από την οροφή ενός σπηλαίου. Στην ακρόπολη υπήρχε ιερό τηs Ακραία τύχης και των Διόσκουρων με τα ξόανα των Θεοτήτων, αμέσως μετά συναντούσε το Θέατρο με το άγαλμα του Άρατου που κρατούσε ασπίδα. Μετά το θέατρο ήταν ο ναός του Διονύσου και η αγορά. Μετά την αγορά ήταν ο ναός της Αρτέμιδος Λιμναίας και έξω από την αγορά το Ιερό τηs Πειθούς, στο οποίο σύμφωνα με την μυθολογία, έφτασαν ο Απόλλων και η Άρτεμις για να εξαγνιστούν απ' το φόνο του Πύθωνα. Μετά το τέμενος των Ρωμαίων αυτοκρατόρων ήταν ο ναός του Απόλλωνος. Στην πόλη ακόμα υπήρχαν στάδιο, βουλευτήριο με μεγάλη στοά, βωμός του Ίσθμιου Ποσειδώνος και δίπλα του αγάλματα του Μειλιχίου Διός και της Πατρώα Αρτέμιδος, ένας ακόμα ναός του Λυκείου Απόλλωνος, το γυμνάσιο με το άγαλμα του Ηρακλέους, ιερό του Ασκληπιού, ναός της Αφροδίτης με άγαλμα τηs Θεάς και της Αντιόπης, ιερό της Φεραίας Αρτέμιδος. Κοντά στην Ιερά πύλη βρισκόταν ο ναός της Αθηνάς με το μνήμα του Εποπέως κατασκευαστή του ναού και μετά το ιερό της Ήρας. Υπήρχαν ακόμα βωμοί του Πανός και του Ήλιου. Ένας άλλος ναός της Ήρας βρισκόταν στο δρόμο προς το λιμάνι. Το 23 μ.Χ. και το 155 μ.Χ. η πόλη καταστράφηκε από μεγάλους σεισμούς. Έκτοτε παρέμεινε μια μικρή κωμόπολη μέχρι τον 5ο αιώνα μ.Χ., οπότε ονομάστηκε Ελλάς.

 

Ο Έρως τον Λυσίππου. Το πρωτότυπο είχε στηθεί στις Θεσπιές τηs Βοιωτίας. Ρωμαϊκό αντίγραφο κατασκευασμένο σε πάριο μάρμαρο.

Οι Σικυώνιοι έκοψαν δικά τουs νομίσματα τα οποία στη μία όψη είχαν τη Χίμαιρα ή κεφαλή του Απόλλωνα και

στην άλλη όψη ένα περιστέρι.

Ως κέντρο παντοειδούς καλλιτεχνικής δραστηριότητας η Σικυών είχε διακριθεί ήδη από των αρχαϊκών χρόνων μέχρι του τέλους τηs αρχαιότητας. Έγινε ιδιαίτερα γνωστή για τι σπουδαίες σχολές γλυπτικής και ζωγραφικής, που ανθούσαν εκεί κατά τους αρχαϊκούς χρόνους (7ος και 6ο αι. π.Χ.) και αργότερα κατά τον 4ο αι. π.Χ. Ήταν το πρώτο Πελοποννησιακό κέντρο (από τον 7ο αιώνα π.Χ.) χαλκουργίας και αγγειοπλαστικής με τα γνωστά ως πρωτοκορινθιακά αγγεία. Η παράδοση αναφέρει ότι εκεί εργάστηκαν ο Δίποινος και ο Σκύλλις.

 

 

 

 

 

 

Αργυρός στατηρ Σικυώνος (365-330 π.Χ.). Εμπροσθότυπος: Χίμαιρα, Οπισθότυπος: Περιστέρι. Αθήνα, Νομισματικό Μουσείο.

 

 

Γνωστοί καλλιτέχνες από τη Σικυώνα ή από άλλες πόλεις που εργάστηκαν, όμως, στη Σικυώνα είναι οι πλάστες Κάναχος, Πολύκλειτος, Κλέων και στους Χρόνους του Μ. Αλεξάνδρου ο Λύσιππος και ο αδελφός του Λυσίστρατος. Επίσης ο Ευτυχίδης, μαθητής του Λύσιππου και οι γλύπτες Ξενοκράτης, Τισικράτης και Θοινίας.

Το μεγάλο πρόσωπο που αναδείχθηκε μέσα σ' αυτόν τον οργασμό πι καλλιτεχνίας στη Σικυώνα ήταν αναμφισβήτητα ο Λύσιππος, ο επίσημος ανδριαντοποιόs του Μεγ. Αλεξάνδρου, ο κορυφαίος γλύπτης του 4ου αιώνα, για τον οποίο ειπώθηκε ότι όπως ο Μεγ. Αλέξανδρος κατέκτησε τον κόσμο ο Λύσιππος κατέκτησε τον χώρο. Η ουσιαστικότερη καινοτομία που επέφερε στην τέχνη τηs γλυπτικής ήταν η κατάκτηση πι τρίτης διάστασης, η περιστροφή των μορφών στον χώρο, τεχνική η οποία διαγράφεται έντονα στο έργο «Αποξυόμενος» όπου η στάση του αθλητή είναι στιγμιαία και δίνει την εντύπωση ότι θα αλλάξει αμέσως. Οι ζωγράφοι τηs Σικυώνας είχαν καλλιεργήσει την ανεξίτηλη επιχρωμάτωση των μαρμάρινων έργων τέχνης. Γνωστότεροι ζωγράφοι είναι ο Εύπομπος, ο Πάμφιλος, ο Νεοκλής, ο Πασίας και ο Παυσίας. Επίσης ο φημισμένος ζωγράφος των χρόνων του Μεγάλου Αλεξάνδρου Απελλής είχε εργαστεί στη Σικυώνα. Διάσημοι Σικυώνιοι ήταν ακόμα η ποιήτρια Πράξιλλα, ο κωμωδιογράφος Αξιότιμος, οι γεωγράφοι Αρίσταρχος και Ηράκλειτος, οι συγγραφείς Ξενοκράτης και Διογένης, ο τρεις φορές Ολυμπιονίκης παλαιστής Σώστρατος και πολλοί άλλοι. Ονομαστοί ήταν οι θησαυροί των Σικυωνίων στην Ολυμπία και στους Δελφούς.

Ο Αποξυόμενος, έργο τον Λύσιππου (4ος π.Χ.). Μαρμάρινο αντίγραφο ρωμαϊκής εποχής. Ρώμη, Μουσείο του Βατικανού.

Το Αρχαίο Θέατρο της Σικυώνος υπολογίζεται σαν ένα από τα μεγαλύτερα θέατρα της αρχαίας Ελλάδας. Όλα τα αρχαία ελληνικά θέατρα ήταν χτισμένα με τον ίδιο τρόπο και με την ίδια αρχιτεκτονική σχεδίαση.

Είναι το κυρίως θέατρο, δηλαδή το μέρος εκείνο από το οποίο οι θεατές θεώνται το έργο που παίζεται στη σκηνή και τη δράση του χορού στην ορχήστρα. Οι σειρές των καθισμάτων ήσαν έτσι τοποθετημένες στο «κοίλον», ώστε να αποτελούνε «συνεχή ημικύκλια και ομόκεντρα υπερκείμενα αλλήλων. Κλίμακες ως ακτίνες διατεθειμέναι και εκ του κέντρου εις το ύψος φερόμεναι και διατέμνουσαι τα συγκεντρικάς σειράς των ειδωλίων, εχώριζον ταύτας εις σφηνοειδή τμήματα άτινα εκαλούντο «κερκίδες». Το θέατρο της Σικυώνας χωρίζονταν σε 15 σφήνες (κερκίδες), με 16 κλιμακωτούς διαδρόμους από την ορχήστρα προς την κορυφή. Οι αρχαίοι Έλληνες αρχιτέκτονες, κατά γενικό κανόνα, κατασκεύαζαν τα θέατρα κατά τέτοιο τρόπο ώστε το «Κοίλον» να έχει θέα προς το βορρά. Το «Κοίλον» του θεάτρου της Σικυώνας έβλεπε προς την πεδιάδα της Κορινθίας, τον Κορινθιακό κόλπο και τα απέναντι βουνά της Ρούμελης, παρέχοντας στους θεατές μια υπέροχη θέα κατά τα διαλείμματα της παράστασης.

ΤΟ ΚΟΙΛΟΝ

Το «κοίλον» του Θεάτρου της Σικυώνας, έχει πλάτος που ξεπερνάει τα 122 μ. Τα περισσότερα από τα καθίσματα του θεάτρου ήσαν λαξευμένα στο βράχο στη δυτική πλευρά του «κοίλου», μερικά δε, έχουν αποκαλυφθεί. Στην πρώτη σειρά ήσαν τα εδώλια των επισήμων (ιερέων, αρχόντων, στρατηγών κ.λπ.). Αυτά τα εδώλια ήσαν κατασκευασμένα από πωρόλιθο και μερικά απ' αυτά ήσαν διακοσμημένα. Η σειρά αυτή των εδωλίων λέγονταν προεδρία. Πέρα από τις θέσεις της «προεδρίας» υπήρχαν και άλλες θέσεις για ορισμένες τάξεις πολιτών. Ιδιαίτερες θέσεις για τις γυναίκες, υπήρχαν προς το άνω διάζωμα. Υπάρχει μεγάλη διχογνωμία πάνω στο θέμα αν επιτρέπονταν να παρακολουθούν οι γυναίκες τις παραστάσεις. Τα εδώλια (καθίσματα), χωρίζονταν σε τρεις ζώνες, διαζώματα, για την ευκολία της κυκλοφορίας των θεατών. Κάθε διάζωμα στο Θέατρο της Σικυώνας είχε είκοσι σειρές καθισμάτων. Οι θεατές έμπαιναν στα θέατρα από τις παρόδους (διαδρόμους), δεξιά κι αριστερά. Στο μεσαίο κι επάνω διάζωμα στο Θέατρο της Σικυώνας, έμπαιναν από δύο θολωτές εισόδους (καμάρες), δεξιά κι αριστερά, που είχαν πλάτος. Από τις κάτω παρόδους έμπαινες ο χορός στην ορχήστρα. Στις ανασκαφές που έγιναν, αποκαλύφθηκαν έξι σειρές καθισμάτων στο κέντρο του πρώτου διαζώματος. Θα είχε μεγάλο ενδιαφέρον εάν η προσοχή των αρμοδίων στρέφονταν προς τη συνέχιση της ανασκαφικής έρευνας στο θέατρο και στο παρακείμενο στάδιο της αρχαίας Σικυώνας.

 

Η ΟΡΧΗΣΤΡΑ

Είναι το δεύτερο μέρος του θεάτρου. Ο χώρος του θεάτρου όπου έψαλλαν και χόρευαν (ωρχούντο) οι χορευτές. Η ορχήστρα του θεάτρου της Σικυώνας, αποτελεί ένα ημικύκλιο, λίγο μεγαλύτερο από τη μισή περιφέρεια ενός όχι τέλειου κύκλου. Η διάμετρός της είναι 24,04 μ. Ένα θαυμάσιο από τεχνική άποψη, αποχετευτικό σύστημα, είναι το βασικό χαρακτηριστικό της (διακρίνεται καθαρά και σήμερα). Ολόγυρα στην ημικυκλική περιφέρεια της ορχήστρας και μπροστά από τα εδώλια των επισήμων (προεδρία), περνάει μια τάφρος σκεπασμένη με πλάκες (γεφυρωμένη), πλάτους 1,25 μ. και βάθους 1 μ. Τούτη η ημικυκλική τάφρος, τερματίζει στα δύο άκρα της, σε μια άλλη τάφρο παράλληλη με τον τοίχο του προσκηνίου. Τούτη η τελευταία τάφρος, χύνει τα νερά της σε μια άλλη τάφρο που διασχίζει το κέντρο της ορχήστρας, με κατεύθυνση κάθετη προς το προσκήνιο και καταλήγει σε μια από τις πλάγιες υπονόμους. Στο κέντρο της ορχήστρας υπάρχει μια τετράγωνη λεκάνη. Από κει, ξεκινούσε υπόγειος διάδρομος που περνούσε κάτω από τη σκηνή και κατέληγε πίσω απ' αυτήν, σε ένα κλιμακοστάσιο, που σώζονται ακόμα μερικά από τα σκαλοπάτια του. Ο υπόγειος διάδρομος χρησίμευε για να κινούνται αθέατοι οι ηθοποιοί. Στα περισσότερα από τα αρχαία ελληνικά θέατρα, η ορχήστρα ήταν «επίπεδος κυκλοτερής χώρος», δηλαδή ολόκληρος κύκλος του οποίου η διάμετρος εποίκιλε ανάλογα με το μέγεθος του θεάτρου. Η ορχήστρα λ.χ. του Θεάτρου της Επιδαύρου είναι κυκλική και η διάμετρός της είναι 24,32 μ. Η ορχήστρα του Διονυσιακού Θεάτρου (Αθήνας), είναι επίσης κυκλική και έχει διάμετρο 22,50 μ., είναι δε πλακόστρωτη. Η ορχήστρα του Θεάτρου της Σικυώνας, ήταν, όπως είδαμε, ημικυκλική και το δάπεδό της ήταν στρωμένο με πατημένο χώμα. Στην ορχήστρα οδηγούσαν οι δυο πλάγιες «πάροδοι» (διάδρομοι), από δεξιά κι αριστερά. Και οι δυο πάροδοι κλείνονταν με πόρτες πλαισιούμενες με τρεις κορινθιακές παραστάδες. Στο κέντρο της ορχήστρας στήνονταν βωμός του Διόνυσου. Ο βωμός αυτός είχε τη γενική ονομασία: «Θυμέλη παρά τω θύειν» (Σουΐδα «Λεξικόν» στη λέξη σκηνή). Παλιότερα λέγονταν «έλεος» (τραπέζι που σφάζονταν τα ζώα που προορίζονταν για θυσία).

Η ΣΚΗΝΗ

Το τρίτο μέρος του θεάτρου, όπου έπαιζαν οι υποκριτές (ηθοποιοί), ήταν η Σκηνή. «Το επί της σκηνής και των υποκριτών των μέρος» (Αριστ. «Ποιητικά» XXIV). Ο τόπος δηλαδή όπου εκτυλίσσονταν η δράση. Πρώτη μορφή της σκηνής υπήρξε ο «ελεός», με το υπόστεγο που βρίσκονταν πίσω απ' αυτόν και χρησίμευε για να αλλάζει ρούχα και προσωπείο ο ηθοποιός (υποκριτής). Όταν στα παιζόμενα ποιητικά έργα εμφανίζονταν ένας υποκριτής, ο «ελεός» επαρκούσε, όταν όμως υστερότερα προστέθηκε στα έργα και δεύτερος (πιθανώς από τον Αισχύλο), δημιουργήθηκε η ανάγκη διεύρυνσης του «ελεού», που μαζί με το υπόστεγο αποτελούσαν τη σκηνή. Η σκηνή σ' όλα τα αρχαία ελληνικά θέατρα, είχε σχήμα ορθογώνιου, που το μήκος του εποίκιλε ανάλογα με την έκταση του όλου θεάτρου, το δε βάθος του (πλάτος) εποίκιλε από δύο έως τρία μέτρα. Η σκηνή αποτελούνταν από δύο ή τρεις ορόφους (η σκηνή του θεάτρου της Σικυώνας είχε δύο ορόφους), πλάγια δε και πίσω απ' αυτήν υπήρχαν διαμερίσματα, που άλλα απ' αυτά χρησίμευαν για ν' αλλάζουν οι υποκριτές (καμαρίνια) και άλλα για αποθήκες. Στο βάθος η σκηνή κλείνονταν με τοίχο που λέγονταν προσκήνιο ή μετασκήνιο. Μπροστά από τη σκηνή βρίσκονταν το κυρίως προσκήνιο ή λογείον. Σ' αυτό μιλούσαν οι υποκριτές. Το λογείον λέγονταν και οκρίβας και βήμα. Το προσκήνιο σε άλλα θέατρα ήταν ξύλινα και σε άλλα πέτρινο, από πέτρινες βάσεις που βρέθηκαν στο προσκήνιο του θεάτρου της Σικυώνας και που σ' όλο το μήκος τους διακρίνονταν τρύπες, οι ερευνητές υποστηρίζουν πως το προσκήνιο του Θεάτρου της Σικυώνας ήταν ξύλινο και στις τρύπες που φαίνονται στις πέτρινες βάσεις, στηρίζονταν οι δοκοί που βάσταζαν το προσκήνιο. Το εσωτερικό του προσκηνίου επικοινωνούσε με την ορχήστρα με μια πόρτα, το δε δάπεδό του επικοινωνούσε με την ορχήστρα με μια σκάλα. Το δάπεδο του προσκηνίου σε όλα τα θέατρα ήταν σανιδόστρωτο. Δυο είσοδοι (πάροδοι), δεξιά κι αριστερά, οδηγούσαν στη σκηνή. Αυτές οι είσοδοι ήταν σκεπαστές (καμάρες). Το ύψος της σκηνής του θεάτρου της Σικυώνας έφτανε στα 3 μ. και 25 εκ. και το βάθος της είχε ύψος 10-12 πόδια. Πότε ακριβώς κατασκευάστηκε το κτιριακό συγκρότημα της σκηνής του Θεάτρου της Σικυώνας, δεν είναι γνωστό. Μερικοί από τους αρχαιολόγους τοποθετούν τη χρονολογία μεταξύ του 251 και 168 π.Χ. και άλλοι προ της μεταφοράς της πόλης στην καινούρια της θέση από το Δημήτριο Πολιορκητή (303 π.Χ.). Στη σκηνή του Θεάτρου της Σικυώνας υπήρχε άγαλμα του Άρατου, που τοποθετήθηκε εκεί στα χρόνια της στρατηγίας του, σε ένδειξη ευγνωμοσύνης των Σικυώνιων για τις υπηρεσίες που αυτός είχε προσφέρει στην πόλη: «του θεάτρου δε υπό την ακρόπολιν ωκοδομημένου τον εν τη σκηνή πεποιημένον άνδρα ασπίδα έχοντα. Άρατον φασίν είναι τον Κλεινίου». Το θέατρο της Σικυώνας αποκαλύφτηκε κατά τις ανασκαφές της Αμερικάνικης Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών το 1887, θεωρείται δε, σαν το πιο αξιοσημείωτο από τα αρχιτεκτονικά μνημεία της Σικυώνας

Η αρχαία πόλη Στύμφαλος, που ήταν κτισμένη δίπλα στη λίμνη Στυμφαλία, πήρε το όνομά της από τον Αρκάδα ήρωα Στύμφαλο.
Οι Στυμφάλιοι ήταν γενναίοι στρατιώτες και πολέμησαν στον Τρωϊκό Πόλεμο, στους Περσικούς Πολέμους και στον Πελοποννησιακό Πόλεμο.
Η πόλη ήταν χτισμένη στη βόρεια πλευρά της λίμνης και περιβαλλόταν με τείχος, λείψανα του οποίου σώζονται μισοβυθισμένα στα νερά, τα ερείπια της αρχαίας πόλης.
Όταν ο περιηγητής του 2ου αι. μ.Χ. Παυσανίας, επισκέφθηκε την περιοχή, εντυπωσιάσθηκε από τον Ναό της Στυμφαλίας Αρτέμιδος, με το επίχρυσο άγαλμα της θεάς, τις ξύλινες παραστάσεις των Συμφαλίδων Ορνίθων και τις μαρμάρινες παρθένες με πόδια πουλιών.
Στην περίοδο της Τουρκοκρατίας η ευρύτερη περιοχή ήταν καταφύγιο της κλεφτουριάς και στον αγώνα του 1821 έδωσε αγωνιστές όπως ο Αναγνώστης Οικονόμου, ο Νοταράς κ.α.
Στη γερμανική κατοχή έγινε στην περιοχή η περίφημη μάχη της Στυμφαλίας.
Οι ανασκαφές που έγιναν κατά τα έτη 1924-1929 απο το Αναστάσιο Ορλάνδο , έφεραν στο φως οικοδομήματα της αγοράς και θεμέλια παλαίστρας, στοάς και ναού. Βρέθηκαν ακόμη εξέδρες που χρησίμευαν σαν βάθρα αγαλμάτων, μια κρήνη και πάνω στο ύψωμα που χρησίμευε σαν ακρόπολη, τμήματα του οχυρωματικού περιβόλου και ίχνη ναού της Αθηνάς. Διακρίνονται επίσης ίχνη υδραγωγείου, του οποίου το νερό έφτανε μέχρι την Κόρινθο σε μήκος 100 χλμ περίπου μεγαλειώδες αρδευτικό έργο κτισμένο το 138 π.Χ., την εποχή του Αυτοκράτορα Αδριανού.
Σήμερα το σημαντικότερο από τα κατάλοιπα του παρελθόντος είναι η ερειπωμένη Φράγκικη εκκλησία (13ος αι.), καθώς και τμήμα του πυλώνα του φράγκικου μοναστηριού, χτισμένου με αρχαίο οικοδομικό υλικό, πιθανότατα απο το ναό της Αρτέμιδος που εκτιμάται ότι βρισκόταν στην ίδια θέση.
Σε κάθε χωριό του Δήμου , μοναστήρια , εκκλησίες και μνημεία της ελληνικής ιστορίας , συνθέτουν τον πολιτιστικό πλούτο της περιοχής .

Ο Φενεός ήταν πόλη-κράτος της αρχαίας Αρκαδίας ενώ σήμερα διοικητικά ανήκει στο νομό Κορινθίας.
Ήταν από τις μεγαλύτερες και σπουδαιότερες πόλεις της Αρκαδίας, βρισκόταν σε πλούσια πεδιάδα που την διέσχιζαν οι ποταμοί Όλβιος και Δόξας . Όταν τα ποτάμια αυτά κατέβαζαν πολύ νερό η πεδιάδα δεν πλημμύριζε, αφού τα νερά τους έβρισκαν διέξοδο στις καταβόθρες. Τα νερά αναδύονταν ξανά μετά από μεγάλη απόσταση, εκεί που ήταν και οι πηγές του Λάδωνα.
Σήμερα η αρχαία πόλη έχει ανασκαφεί και είναι επισκέψιμη. Βρίσκετε κοντά στα χωριά Φενεός και Αρχαία Φενεός.
Έχουν βρεθεί τα αρχαία τείχη, ο ναός του Ασκληπιού πολλά λείψανα κτιρίων, αγάλματα και μέλη αγαλμάτων, πινακίδες. Επίσης ο επισκέπτης μπορεί να δεί και τις καταβόθρες οι οποίες υπάρχουν και λειτουργούν ακόμα και σήμερα.

Ιστορία :Σύμφωνα με ιστορικά στοιχεία ο πρώτος οικισμός στο Φενεό, δημιουργήθηκε οπό τους Πελασγούς και αργότερα, το 1900 π.Χ. κατοικήθηκε από Αρκάδες. To 1500 π.Χ.οι Αχαιοί δημιούργησαν το Μυκηναϊκό κέντρο του Φενεού, οι οποίοι υπό την αρχηγία του βασιλικά των Αρκάδων Αγαθήνορα έλαβαν μέρος με 60 πολεμιστές στον Τρωικό Πόλεμο.
Στην πόλη και στην ευρύτερη περιοχή υπήρχαν οι ναοί : της Κιδαρίας Δήμητρας, της Ελευσίνιας Δήμητρας στον οποίο υπήρχαν δυο λατρευτικοί λίθοι και οι ιερείς του ναού τελούσαν μυστήρια, του Ασκληπιού και του Φενεάτου Ερμή μέσα στον οποίο υπήρχε άγαλμα του θεού που το είχε φιλοτεχνήσει ο Αθηναίος Εύχειρ.
Στην Φενεό υπήρχαν και οι τάφοι του αδελφού του Ηρακλή Ιφικλή πατέρα του Ιόλαου, του Μυρτίλου από τον οποίο έχει ονομαστεί το Μυρτώο πέλαγος, και του Αίπυτου έξω από την πόλη

Μυθολογία : Οι ποταμοί Όλβιος και Δόξα μετέφεραν τους χειμώνες τα νερά τους στην πεδιάδα, καθώς δεν είχαν έξοδο προς τη θάλασσα, μετατρέποντας την πεδιάδα σε λίμνη, ενώ οι καταβόθρες που συνεχίζουν να βρίσκονται στους πρόποδες του όρους Σαϊτάς «ρουφούσαν» τα νερά της λίμνης.Τις καταβόθρες αυτές ο μύθος λέει ότι τις είχε σκάψει ο ίδιος ο Ηρακλής για να διώξει τα νερά που λίμναζαν εκεί. Ένας άλλος μύθος λέει ότι οι καταβόθρες αυτές ήταν είσοδος στον Άδη και από εκεί κατέβηκε η Δήμητρα όταν έψαχνε την κόρη της Περσεφόνη. Ένας τρίτος μύθος λέει ότι κάποτε ο Ηρακλής πήγε στους Δελφούς για να πάρει κάποιον χρησμό, η Πυθία αρνήθηκε να του δώσει, και τότε ο Ηρακλής άρπαξε τον τρίποδα και τον έφερε στον Φενεό με σκοπό να ιδρύσει εκεί άλλο μαντείο. Στον Φενεό όμως τον περίμενε ο Απόλλων , βλέποντας ο Δίας τα αδέλφια έτοιμα να τσακωθούν ρίχνει ανάμεσα τους κεραυνό, τέλος ο Απόλλων πήρε πίσω τον τρίποδα και ο Ηρακλής το χρησμό που ήθελε.

Πηγή : wikipedia

Βιβλιογραφία

1. Ο σύγχρονος Δήμος Σικυωνιών ,Κιάτο 2010
2. Προσωρινά Στοιχεία Στατιστικής Υπηρεσίας, 1999
3. e-stymfalia.gr
4. Υπουργείο Πολιτισμού & Αθλητισμού / Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων
5.wikimapia.org

Περισσότερα για τον Δήμο Σικυωνίων

Η πύλη της Πελοποννήσου

Περισσότερα Για Τον Νομό

Αξιοθέατα

Δραστηριότητες

Παραλίες Κορινθίας