Ιστορία Δήμου Κορινθίων

Ταξίδι στο Παρελθόν

H πόλη της Κορίνθου υπάρχει εδώ και 4.000 χρόνια. Αρχικά ήταν ένας μικρός οικισμός κοντά στον Ακροκόρινθο που λεγόταν Εφύρα από το όνομα της πρώτης του Βασίλισσας, κόρης του Ωκεανού, και στη συνέχεια επεκτάθηκε στον περήφανο λόφο και προς τα δυτικά, όπου σήμερα υπάρχει το ΔΔ της Αρχαίας Κορίνθου και τα ερείπια της ένδοξης πόλης του Σίσυφου, του Βελλεροφόντη, του Περίανδρου, του Κύψελου, του Αμεινοκλή, του Γόργου, του Αδείμαντου, του Διόδωρου, του Αρχία, του Καλλίνου, του Υπέρβιου, της Διβυτάβης, της Λαϊδας, του Αρίωνα, του Διογένη, του Λέοντα Σγουρού.
Η περιοχή είναι ένα σταυροδρόμι στεριάς και θάλασσας και πάντα αποτελούσε «μήλον της Έριδος», το μεγαλύτερο εμπορικό κέντρο της Αρχαίας Ελλάδας, με αποτέλεσμα η πόλη και ο λαός της να δεχθούν στο διάβα της σκληρά, ζηλόφθονα χτυπήματα και ένα μεγάλο μέρος από τα επιτεύγματα που πραγματοποίησαν οι Κορίνθιοι να χαθεί στη λήθη.
Οι Κορίνθιοι, όσο λίγοι άλλοι αρχαίοι Έλληνες, ήσαν τόσο πολυμήχανοι, έξυπνοι, δραστήριοι και προικισμένοι με ένα βαθύ αισθητήριο ομορφιάς, εφευρετικότητας και διορατικότητας, που κατάφεραν να γίνουν ονομαστοί εφευρέτες, μηχανικοί, αρχιτέκτονες, ναυπηγοί, μαθηματικοί, ζωγράφοι, αγγειογράφοι, γλύπτες, μουσικοί, φιλόσοφοι και μάλιστα με την προσωπική τους εργασία και κόπο, όχι με την αποκλειστική εργασία των δούλων, οι οποίοι στα άλλα αρχαία πολιτεύματα ήταν η μόνη πηγή εργασίας. Ακριβώς: Για τους Κορίνθιους η προσωπική εργασία θεωρούνταν προτέρημα και όχι δείγμα κατωτερότητας. Η αντίληψη αυτή μάλιστα οδήγησε τον Περίανδρο, τον κορυφαίο Κορίνθιο Ηγέτη, να απαγορεύσει την αγοραπωλησία δούλων στην επικράτεια της Κορίνθου.
Η Κόρινθος, από τον 9ο-8ο αιώνα πΧ, γίνεται η μεγαλύτερη πόλη της Αρχαίας Ελλάδας. Αποικίζει εντατικά μία τεράστια περιοχή που ξεκινάει από την Στερεά Ελλάδα (η Φωκίδα μάλιστα οφείλει τ΄ όνομά της στον Κορίνθιο αποικιστή Φώκο) και καταλήγει στην Σικελία. Η Λευκάδα, η Κέρκυρα, η Αμβρακία (σημερινή Άρτα), η Απολλωνία, η Επίδαμνος (σημερινό Δυρράχιο), οι Συρακούσες θα ιδρυθούν από τους Βακχιάδες, τον Αρχία, τον Κύψελο, τον Περίανδρο. Βόρεια, θα ιδρύσει την Ποτίδαια, θα συμμετέχει στην ίδρυση του Βυζαντίου (σημερινή Κωνσταντινούπολη).
Τα πλοία της και εμπορεύματα της θα φτάσουν έως την Αίγυπτο, την Γαλλία, την Αγγλία, το Μαρόκο και τα βάθη της ρωσικής στέπας.
Θα χαρίσει στον Ελληνισμό το πλοίο που χάρισε τη νίκη στον τιτάνιο αγώνα του επιβίωσης κατά των Περσών, την Τριήρη.
Στο έδαφός της, θα δημιουργηθεί ο τρίτος και πιο κομψός ελληνικός αρχιτεκτονικός ρυθμός, ο Κορινθιακός, από τον Καλλίμαχο.
Η βάρβαρη καταστροφή της από τους Ρωμαίους το 146 πΧ, θα σημάνει και το τέλος του αρχαίου ελληνικού κόσμου, καταδεικνύοντας την σημασία της πόλης.
Η αναδημιουργία της πόλης το 44 πΧ από τον Ιούλιο Καίσαρα και η έλευση του Απ. Παύλου, αποτελεί ένα νέο κεφάλαιο στην ιστορία της που θα την αναδείξει και πάλι σημαίνουσα πόλη.
Ο Ιουστινιανός, κατά τα βυζαντινά χρόνια, αναγνωρίζοντας την σημασία της θα ανακαινίσει το «πανελλήνιο» τείχος του Ισθμού και θα την κάνει κέντρο της αυτοκρατορικής υφαντουργίας μετάξης και μεταξωτών υφασμάτων.
Τα δύσκολα χρόνια των επιδρομών των σταυροφόρων και των Ενετών, ο Λέοντας Σγουρός, Άρχοντας του Κάστρου του Ακροκορίνθου, εγκαταλελειμμένος απ’ όλους, δένει τα μάτια του αγαπημένου του αλόγου, ανοίγει μία θύρα του τείχους πάνω στον γκρεμό, το σπιρουνίζει και περνά στην Ιστορία, ανυπότακτος στον κατακτητή.
Μετά από 7 αιώνες κατοχής από τους Ενετούς και τους Τούρκους, η Κόρινθος απελευθερώνεται το 1822 από τον ζυγό και για πρώτη φορά στη Νεώτερη Ελληνική Ιστορία, η Γαλανόλευκη κυμάτισε στις επάλξεις του Ακροκορίνθου και στα σοκάκια της ρημαγμένης πόλης. Ήταν μία ακόμη μοναδική στιγμή για την ένδοξη πόλη μας.
Ο μεγάλος σεισμός του 1858 θα μεταφέρει την πόλη μας στη σημερινή της θέση, και θα την κάνει πολεοδομικό υπόδειγμα της νεώτερης Ελλάδας.

Πηγή

Η αρχική ονομασία της Κορίνθου ήταν Εφύρα. Ο Σίσυφος ήταν ο πρώτος της βασιλιάς, ο οποίος καταγράφεται στη μυθολογία μας ως ο μοναδικός άνθρωπος που κατάφερε δύο φορές να ξεγελάσει το θάνατο.Γι' αυτή του την ύβρη, τιμωρήθηκε στον Αδη να κυλά διαρκώς μία πέτρα προς την κορυφή ενός λόφου, που έμοιαζε με τον Ακροκόρινθο, μα πάντα λίγο πριν φτάσει στην κορυφή, ο βράχος να φεύγει από τα χέρια του και να καταλήγει πάλι στους πρόποδες. Ο μύθος θέλει το Σίσυφο να λύνει, τρόπον τινά, το πρόβλημα λειψυδρίας της περιοχής της Κορίνθου χάρη σε μία συμφωνία που συνήψε με τον ποταμό Ασωπό. Ο πονηρός βασιλιάς της Εφύρας αποκάλυψε στον ποτάμιο θεό του κλέφτη της ύβρης τον Αίγινας, που δεν ήταν άλλος από το Δία, και ως αντάλλαγμα πήρε μια πηγή πάνω στο βράχο τον Ακροκόρινθου.

Εγγονός του Σίσυφου είναι ο περίφημος Βελλερεφόντης, ο οποίος κατάφερε να δαμάσει το φτερωτό άλογο Πήγασο και να σκοτώσει με τη βοήθεια των θεών τη Χίμαιρα, το αλλόκοτο πλάσμα με κεφάλι λιονταριού, κορμί κατσίκας και ουρά φιδιού. Ο Βελλεροφόντης, όμως, τιμωρήθηκε από τούς θεούς με τραγικό θάνατο όταν φτάνοντας στην ύβρη, όπως ακριβώς ο παππούς του, θέλησε με τον Πήγασο ν' ανέβει στον Όλυμπο και να συμβιώσει με τούς Θεούς.

Στην Κόρινθο, σύμφωνα πάντα με τους μύθους, έφτασε κυνηγημένο το βασιλικό ζευγάρι Ιάσων και Μήδεια, εκεί λέει η μία εκδοχή τον μύθου, συντελέστηκε το στυγερό έγκλημα ης παιδοκτονίας από την πριγκίπισσα της Κολχίδας. Δηλαδή, όταν ο Ιάσων με προτροπή του βασιλιά της Κορίνθου Κρέοντα, αποφάσισε να παντρευτεί την κόρη του Γλαύκη, η απατημένη και προδομένη Μήδεια, εκδικούμενη τον άνδρα της, έσφαξε τα δύο ανήλικα παιδιά της με τα ίδια της τα χέρια. Κατόπιν, η παιδοκτόνος, κατέφυγε στο Ηραίο της Περαχώρας για να κρυφτεί.

Στην Κόρινθο, επίσης, κυνηγημένος κατά μία έννοια κι από την ίδια τον την τραγική μοίρα έφτασε μωρό ακόμη ο Οιδίποδας, ο οποίος υιοθετήθηκε από τη βασιλική οικογένεια της πόλης και ανατράφηκε ως βασιλόπουλο στην Τενέα. Μεγαλώνοντας ο Οιδίποδας, προκειμένου να διασκεδάσει τις αμφιβολίες του για το αν είναι πραγματικός γόνος του Πολύβου και της Μερόπης, ζήτησε χρησμό από το μαντείο των Δελφών. Η Πυθία του επεσήμανε ότι μία μέρα θα σκοτώσει τον πατέρα του και θα παντρευτεί τη μητέρα του, χωρίς να του αποκαλύψει την αλήθεια για την καταγωγή του. Πικραμένος εκείνος αποφάσισε να μη γυρίσει στην Κόρινθο, να πορευτεί προς τη Θήβα, όπου και συνάντησε τον αληθινό του πατέρα Λάιο, τον οποίο σκότωσε, ενώ στην είσοδο της πόλης έλυσε το περίφημο αίνιγμα της Σφίγγας και παντρεύτηκε τη μητέρα του Ιοκάστη. Σύμφωνα με το μύθο, το όνομά της η πόλη της Κορίνθου, το οφείλει στον ομώνυμο ήρωα Κόρινθο, ο οποίος ήταν γιος του Μαραθώνα και μακρινός απόγονος του θεού Ερμή.

Η Τενέα, οικίστηκε σύμφωνα με το μύθο από Τενέδιους που μετέφερε με τη βία, ο Αγαμέμνων από την Τένεδο, έτσι άλλωστε δικαιολογείται η ονοματολογική συγγένεια των δυο περιοχών, αλλά και οι ομοιότητές τους στη λατρεία του Απόλλωνα.

Ο Ισθμός, το στενό κομμάτι γης, που ενώνει την Πελοπόννησο με τη Στερεά Ελλάδα, αποτέλεσε σημείο τριβής μαζί με την Κόρινθο, μεταξύ του Ποσειδώνα και του Ήλιου. Οι υπόλοιποι θεοί που έκριναν τη διαμάχη αποφάσισαν ο Ήλιος να κρατήσει την περιοχή της α Κορίνθου, ενώ ο Ποσειδώνας να κυριαρχήσει στην περιοχή τον Ισθμού. Εκεί, σύμφωνα με το μύθο, η Θάλασσα ξέβρασε το πτώμα τον Μελικέρτη στην πλάτη ενός δελφινιού. Ο Μελικέρτης, γιος της Ινούς, της μητριάς τον Φρίξου και της Έλλης, από τον Ορχομενό της Βοιωτίας, πνίγηκε στα νερά του Αιγαίου, όταν η μητέρα τον αλλόφρων έπεσε στη θάλασσα κρατώντας τον στην αγκαλιά της. Οι κάτοικοι της περιοχής συνέλεξαν το πτώμα τον άτυχου παιδιού, τον ονόμασαν Παλαίμονα και τον λάτρεψαν σαν Θεότητα, καθιερώνοντας αγώνες προς τιμήν τον, τα περίφημα Ίσθμια.

Η αρχική ονομασία της Κορίνθου ήταν Εφύρα. Ο Σίσυφος ήταν ο πρώτος της βασιλιάς, ο οποίος καταγράφεται στη μυθολογία μας ως ο μοναδικός άνθρωπος που κατάφερε δύο φορές να ξεγελάσει το θάνατο.Γι' αυτή του την ύβρη, τιμωρήθηκε στον Αδη να κυλά διαρκώς μία πέτρα προς την κορυφή ενός λόφου, που έμοιαζε με τον Ακροκόρινθο, μα πάντα λίγο πριν φτάσει στην κορυφή, ο βράχος να φεύγει από τα χέρια του και να καταλήγει πάλι στους πρόποδες. Ο μύθος θέλει το Σίσυφο να λύνει, τρόπον τινά, το πρόβλημα λειψυδρίας της περιοχής της Κορίνθου χάρη σε μία συμφωνία που συνήψε με τον ποταμό Ασωπό. Ο πονηρός βασιλιάς της Εφύρας αποκάλυψε στον ποτάμιο θεό του κλέφτη της ύβρης τον Αίγινας, που δεν ήταν άλλος από το Δία, και ως αντάλλαγμα πήρε μια πηγή πάνω στο βράχο τον Ακροκόρινθου.

Εγγονός του Σίσυφου είναι ο περίφημος Βελλερεφόντης, ο οποίος κατάφερε να δαμάσει το φτερωτό άλογο Πήγασο και να σκοτώσει με τη βοήθεια των θεών τη Χίμαιρα, το αλλόκοτο πλάσμα με κεφάλι λιονταριού, κορμί κατσίκας και ουρά φιδιού. Ο Βελλεροφόντης, όμως, τιμωρήθηκε από τούς θεούς με τραγικό θάνατο όταν φτάνοντας στην ύβρη, όπως ακριβώς ο παππούς του, θέλησε με τον Πήγασο ν' ανέβει στον Όλυμπο και να συμβιώσει με τούς Θεούς.

Στην Κόρινθο, σύμφωνα πάντα με τους μύθους, έφτασε κυνηγημένο το βασιλικό ζευγάρι Ιάσων και Μήδεια, εκεί λέει η μία εκδοχή τον μύθου, συντελέστηκε το στυγερό έγκλημα ης παιδοκτονίας από την πριγκίπισσα της Κολχίδας. Δηλαδή, όταν ο Ιάσων με προτροπή του βασιλιά της Κορίνθου Κρέοντα, αποφάσισε να παντρευτεί την κόρη του Γλαύκη, η απατημένη και προδομένη Μήδεια, εκδικούμενη τον άνδρα της, έσφαξε τα δύο ανήλικα παιδιά της με τα ίδια της τα χέρια. Κατόπιν, η παιδοκτόνος, κατέφυγε στο Ηραίο της Περαχώρας για να κρυφτεί.

Στην Κόρινθο, επίσης, κυνηγημένος κατά μία έννοια κι από την ίδια τον την τραγική μοίρα έφτασε μωρό ακόμη ο Οιδίποδας, ο οποίος υιοθετήθηκε από τη βασιλική οικογένεια της πόλης και ανατράφηκε ως βασιλόπουλο στην Τενέα. Μεγαλώνοντας ο Οιδίποδας, προκειμένου να διασκεδάσει τις αμφιβολίες του για το αν είναι πραγματικός γόνος του Πολύβου και της Μερόπης, ζήτησε χρησμό από το μαντείο των Δελφών. Η Πυθία του επεσήμανε ότι μία μέρα θα σκοτώσει τον πατέρα του και θα παντρευτεί τη μητέρα του, χωρίς να του αποκαλύψει την αλήθεια για την καταγωγή του. Πικραμένος εκείνος αποφάσισε να μη γυρίσει στην Κόρινθο, να πορευτεί προς τη Θήβα, όπου και συνάντησε τον αληθινό του πατέρα Λάιο, τον οποίο σκότωσε, ενώ στην είσοδο της πόλης έλυσε το περίφημο αίνιγμα της Σφίγγας και παντρεύτηκε τη μητέρα του Ιοκάστη. Σύμφωνα με το μύθο, το όνομά της η πόλη της Κορίνθου, το οφείλει στον ομώνυμο ήρωα Κόρινθο, ο οποίος ήταν γιος του Μαραθώνα και μακρινός απόγονος του θεού Ερμή.

Η Τενέα, οικίστηκε σύμφωνα με το μύθο από Τενέδιους που μετέφερε με τη βία, ο Αγαμέμνων από την Τένεδο, έτσι άλλωστε δικαιολογείται η ονοματολογική συγγένεια των δυο περιοχών, αλλά και οι ομοιότητές τους στη λατρεία του Απόλλωνα.

Ο Ισθμός, το στενό κομμάτι γης, που ενώνει την Πελοπόννησο με τη Στερεά Ελλάδα, αποτέλεσε σημείο τριβής μαζί με την Κόρινθο, μεταξύ του Ποσειδώνα και του Ήλιου. Οι υπόλοιποι θεοί που έκριναν τη διαμάχη αποφάσισαν ο Ήλιος να κρατήσει την περιοχή της α Κορίνθου, ενώ ο Ποσειδώνας να κυριαρχήσει στην περιοχή τον Ισθμού. Εκεί, σύμφωνα με το μύθο, η Θάλασσα ξέβρασε το πτώμα τον Μελικέρτη στην πλάτη ενός δελφινιού. Ο Μελικέρτης, γιος της Ινούς, της μητριάς τον Φρίξου και της Έλλης, από τον Ορχομενό της Βοιωτίας, πνίγηκε στα νερά του Αιγαίου, όταν η μητέρα τον αλλόφρων έπεσε στη θάλασσα κρατώντας τον στην αγκαλιά της. Οι κάτοικοι της περιοχής συνέλεξαν το πτώμα τον άτυχου παιδιού, τον ονόμασαν Παλαίμονα και τον λάτρεψαν σαν Θεότητα, καθιερώνοντας αγώνες προς τιμήν τον, τα περίφημα Ίσθμια.

Ιστορία

Αρχαιότητα

Η αρχαία κορινθιακή χώρα συμπίπτει με το σημερινό νομό Κορινθίας, μόνο ως προς τα ανατολικά όρια της, ενώ διαφέρει σημαντικά κατά τα υπόλοιπα. Έτσι, τα δυτικά σύνορα της αρχαίας γης ακολουθούσαν την κοιλάδα τον ποταμού Σύθα στο σημερινό Ξυλόκαστρο, αφήνοντας απ' έξω τα Τρίκαλα και το όρος της Κυλλήνης. Τα νότια σύνορά της δεν περιελάμβαναν τις περιοχές της Στυμφαλίας και του Φενεού, που ανήκαν στην Αρκαδία, ενώ μετά τη Νεμέα, η Κορινθία ενωνόταν με την Αργολίδα και εκτεινόταν μέχρι την παραλία τον σημερινού Τυρού. Η αναφορά μας, στην πολυτάραχη ιστορία της, θα ακολουθήσει τα σημερινά όρια τον νομού.

Τα πρώτα σημάδια οίκησης κατά την προϊστορική εποχή τα βρίσκουμε στις περιοχές τον Φενεού, της Στυμφαλίας, της Νεμέας, της λίμνης Βουλιαγμένης τον Λουτρακίου, αλλά κυρίως στον οικισμό του Κοράκου, στην δυτική έξοδο της σημερινής πόλης της Κορίνθου. Οι ανασκαφές απέδειξαν ότι κατοικείτο ήδη από την 5η π.Χ. χιλιετία και γνώρισε μεγάλη άνθιση μέχρι τις αρχές της 2ης π.Χ. χιλιετίας, όταν διαπιστώνεται καταστροφή του. Το 1900 π.Χ. η παραλιακή Κορινθία εποικίζεται από Ίωνες, ενώ η νότια (Φενεός, Στύμφηλος) από Αρκάδες. Το 1500 π.Χ. εμφανίζονται, σε όλη την Κορινθία, Αχαιοί και δημιουργούνται μυκηναϊκά κέντρα, τα οποία μνημονεύονται στον Κατάλογο των Νηών της Ιλιάδας: Κόρινθος, Κλεωναί, Σικνών, Γονόεσσα (σημ. Πύργος;) Πελλήνη, Φενεός και Στύμφηλος. Το 1200 π.Χ. οι Δωριείς ή Ηρακλειδείς όπως είναι γνωστοί στην αρχαιότητα, εισέβαλλαν στην Πελοπόννησο. Ένα από τα τέσσερα τμήματα στα οποία χωρίστηκαν κατέλαβε το Σολύγειο λόφο και εν συνεχεία κυρίευσε όλη την Κορινθία πλην των Αρκαδικών πόλεων, Φενεού και Στύμφηλου.

Από τα μέσα τον Θ' π.Χ. αιώνα οι Κορίνθιοι αρχίζουν τις εξαγωγές αγγείων στην Δυτική Ελλάδα κι εν συνεχεία ιδρύουν αποικίες στην Ιθάκη και την Κέρκυρα, ενώ το 734 π.Χ. Τενεάτες με αρχηγό τον Αρχία ιδρύουν την πόλη των Συρακουσών στη Σικελία. Το 704 π.Χ. ο Αμεινοκλής, κατά διαταγή των Κορινθίων, κατασκευάζει τις πρώτες τριήρεις, ανοίγοντας νέους δρόμους στην ναυπηγική ιστορία του τόπου μας. Την ίδια εποχή, τα κορινθιακά κεραμικά εργαστήρια παρουσιάζουν μεγάλη άνθιση και υιοθετούν μια νέα τεχνική διακόσμησης των αγγείων, που ονομάζεται μελανόμορφη και φέρνει επανάσταση στην ελληνική τέχνη.

Το 660 π.Χ. η Κόρινθος εμπλέκεται με τους Κερκυραίους, στην αρχαιότερη παλαίτατη σύμφωνα με το Θουκυδίδη  ναυμαχία μεταξύ ελληνικών πόλεων και λίγα χρόνια αργότερα, τύραννος της πόλης αναλαμβάνει ο Περίανδρος, ο οποίος χαρακτηρίστηκε ως ένας από τους επτά σοφούς της Αρχαίας Ελλάδας. Ο διάσημος αυτός άντρας συνέλαβε κι επιχείρησε μεγάλα τεχνικά έργα, όπως τη διάνοιξη του Ισθμού, την κατασκευή του διόλκου, ενώ ακολουθώντας την πολιτική του πατέρα τον Κύψελου -ο οποίος είχε ιδρύσει αποικίες στην Λευκάδα, το Ανακτόριο και την Αμβρακία- έκτισε την Απολλωνία στην Ιλλυρία και την Ποτίδαια στην Χαλκιδική.

Το 582 π.Χ. και το 573 π.Χ. τα 'Ισθμια και τα Νέμεια αντίστοιχα, αναδιοργανώνονται και αποκτούν πανελλήνιο χαρακτήρα. Τελούνται αμφότεροι σαν τριετηρικοί αγώνες, οι πρώτοι κατά την άνοιξη στο δεύτερο και τέταρτο έτος των Ολυμπιάδων και οι δεύτεροι τον Ιούλιο τον πρώτου και τρίτου έτους. Την ίδια εποχή, τόσο στην Κόρινθο όσο και στη Σικυώνα συναντούμε τα πρώτα σπέρματα τον Θεάτρου και της τραγωδίας. 'Ετσι, στην αυλή τον Περίανδρου ο Λέσβιος Αρίων εξελίσσει τον διθύραμβο σε αυτόνομο ποιητικό-μουσικό είδος, μεταμφιέζοντας παράλληλα τους χορευτές τον κι αυτό κάνει το Σόλωνα να χαρακτηρίσει αυτές τις συνθέσεις ως "δράμα τραγωδίας". Παράλληλα, στη γειτονική Σικυώνα οι "τραγικοί χοροί" με τους οποίους τιμούσαν τον Αργείο Αδρασεο -λόγω της αντιαργείας πολιτικής τον Κλεισθένη- αποδόθηκαν στο Διόνυσο κι εκεί ανάγονται τα χαρακτηριστικά κατάλοιπα τον θρηνητικού στοιχείου, που Θεωρείται ένα από τα βασικά συστατικά της τραγωδίας. Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, πρώτος τραγικός ποιητής, Θεωρείται ο Σικυώνιος Επιγένης. Εκείνη την εποχή στη Σικυώνα κυβερνά ο τύραννος Κλεισθένης, απόγονος τον Ορθαγόρα και συνεχιστής της ομώνυμης δυναστείας, ο οποίος ακολούθησε κατ' εξοχήν αντιδωρική πολιτική, κυρίως εναντίον τον Άργους, από το οποίο απέσπασε τις Κλεωνές και την Πελλήνη, ενώ έλαβε μέρος στον Α' Ιερό Πόλεμο αποσπώντας σημαντικά λάφυρα. Η κόρη του, Αγαρίστη, παντρεύτηκε μεταξύ τον 580 και 575 π.Χ. τον Αθηναίο Μεγακλή κι έγινε μητέρα τον Κλεισθένη τον Αθηναίου, τον εμπνευστή του πολιτεύματος της Δημοκρατίας.

Το 481 π.Χ., στο ιερό τον Ποσειδώνα στην Ισθμία, οι 'Ελληνες για πρώτη φορά μετά τα Τρωϊκά ενώνονται, για να αντιμετωπίσουν τον περσικό κίνδυνο. Από τότε το Ιερό τον Ποσειδώνα απετέλεσε το κέντρο τον ενωμένου ελληνισμού, όπου συγκαλούνταν κατ' εξοχήν τα Πανελλήνια Συνέδρια. Κορίνθιοι, Φλιάσιοι και Σικνώνιοι συμμετείχαν τόσο στη μάχη των Θερμοπυλών όσο και στων Πλαταιών.

Το 460 π.Χ., με αφορμή προσχώρηση των Μεγαρέων στην Αθήνα, αναπτύσσεται σφοδρό μίσος μεταξύ Κορινθίων και Αθηναίων, που οδηγεί στον πρώτο Πελοποννησιακό πόλεμο, στον οποίο κανείς δεν βρέθηκε νικητής, όταν έληξε μετά την επέμβαση των Σπαρτιατών.

Το 433 π.Χ., όμως, το υποβόσκον μίσος μεταξύ των δύο ελληνικών πόλεων και μια σειρά συγκρούσεων και αντεκδικήσεων μεταξύ των αποικιών τους, οδήγησε στον Β' Πελοποννησιακό Πόλεμο. 'Ετσι το 429 π.Χ. ο κορινθιακός στόλος απέτυχε να νικήσει τον αθηναϊκό σε ναυμαχία ΒΔ της Πάτρας, ενώ το 425 π.Χ. μεγάλη απόβαση τον αθηναϊκού στρατού στην περιοχή της Σολυγείας οδήγησε σε ήττα των Κορινθίων, οι οποίοι όμως το επόμενο έτος κατάφεραν να αποσπάσουν τα Μέγαρα από τους Αθηναίους. Το 421 π.Χ. οι Κορίνθιοι εναντιούμενοι στην "Ειρήνη τον Νικία" που συνετά-γη μεταξύ Αθηναίων και Σπαρτιατών, προχώρησαν σε αντισπαρτιατική συμμαχία με το Άργος, η οποία σύντομα διαλύθηκε, αφού κατάφεραν να πείσουν τελικώς τους Σπαρτιάτες να αναμειχθούν και πάλι στον πόλεμο. 'Ετσι, το 414 π.Χ. οι Αθηναίοι ξεκινούν μεγάλη εκστρατεία στην κορινθιακή αποικία των Συρακουσών, η οποία έμελλε να λήξει με παταγώδη και τραγική ήττα των Αθηνών. Εν συνεχεία, ο πόλεμος μεταφέρθηκε στην ανατολική όχθη τον Αιγαίον, όπου ο κορινθιακός στόλος ακολούθησε τους Σπαρτιάτες, καταφέρνοντας, τελικά, μεγάλη νίκη εναντίον των Αθηναίων το 404 π.Χ., στη μάχη στους Αιγός ποταμούς, μάχη η οποία σήμανε και το τέλος τον πολέμου.

Μερικά χρόνια αργότερα, η κουρασμένη κι εξαντλημένη Κόρινθος αντιστάθηκε στην Σπαρτιατική ηγεμονία, συμμάχησε με τούς Αθηναίους, αλλά, τελικώς, σε μάχη στο Νέμεο ποταμό (σημ. Ζαπάντης) υπέστη συντριπτική ήττα από τους Λακεδαιμονίους.

Το 370 π.Χ. ιδρύθηκε το Αρκαδικό Κοινό, το οποίο περιελάμβανε τις πόλεις Φενεό και Στύμφηλο, ενώ ένα χρόνο αργότερα οι Βοιωτοί -που στο μεταξύ είχαν ιδρύσει το Βοιωτικό Κοινό- εξεστράτευσαν εναντίον της Κορινθίας αλλά και όλης της Πελοποννήσου. Σε δεινή Θέση περιήλθαν η Κόρινθος, η Σικυώνα, αλλά και ο Φλειούντας. Το 366 π.Χ. οι Κορίνθιοι και οι Φλειάσιοι συνήψαν ειρήνη με τους Θηβαίους κι εγκατέλειψαν την πολεμική προσπάθεια.

Εν τω μέσω οξύτατων οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων, αποτόκων του πολέμου, το 345 π.Χ. η Κόρινθος ενεπλάκη σε νέα πολεμική επιχείρηση, στη Σικελία αυτή τη φορά, βοηθώντας τις Συρακούσες να αντιμετωπίσουν τον καρχηδονιακό κίνδυνο. Στη διάρκεια αυτής της εκστρατείας αναδείχθηκε ως άνδρας εξαίρετου ήθους και υψηλού φρονήματος, ο Τιμολέων, ο οποίος ήταν ο επικεφαλής τον εκστρατευτικού σώματος. Κατάφερε να ελευθερώσει όλες τις πόλεις της Σικελίας και να εγκαθιδρύσει δημοκρατικά πολιτεύματα, έγινε έτσι ιδιαίτερα αγαπητός στο λαό και τάφηκε με μεγάλες τιμές στην γη των Συρακουσών.

Το 337 π.Χ. μετά τη μάχη της Χαιρώνειας, στο ιερό του Ποσειδώνα στην Ισθμία, συνεκλήθη υπό το Φίλιππο τον Β', το δεύτερο Πανελλήνιο Συνέδριο, όπου συ-στάθηκε το "Κοινό των Ελλήνων" και αποφασίστηκε η εκστρατεία στην Περσία. Ένα, μόλις, χρόνο αργότερα και μετά τη δολοφονία του Φιλίππου και την ανακήρυξη του Αλεξάνδρου, ως βασιλιά της Μακεδονίας, το συνέδριο επαναλήφθηκε -πλην Λακεδαιμονίων- κι ο νεαρός βασιλιάς αναγορεύτηκε "στρατηγός αυτοκράτωρ".

Μετά το Θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, η Κόρινθος και η Σικυώνα περιήλθαν στην κατοχή τον Αλεξάνδρου γιού του Πολυπέρχοντος, ενώ η Στύμφηλος και οι Κεχρεές βρέθηκαν υπό τον Κάσσανδρο, με τον οποίο, όμως, συμμάχησε ο Αλέξανδρος, στη συνέχεια. Ωστόσο, η γυναίκα τον Αλεξάνδρου, η οποία τον διαδέχτηκε μετά τη δολοφονία τον, παρέδωσε το 308 π.Χ. τις δύο πόλεις στον Πτολεμαίο, ο οποίος δεν κατάφερε να τις διατηρήσει, αφού δύο χρόνια αργότερα η Κόρινθος πέρασε στην κυριαρχία τον Κασσάνδρου και η Σικυώνα τρία χρόνια αργότερα "ελευθερώθηκε" από τον Δημήτριο τον Πολιορκητή, τον οποίο δέχτηκαν στη συνέχεια και οι Κορίνθιοι, ως ελευθερωτή. Το 302 π.Χ. ο Δημήτριος συνεκάλεσε στην Κόρινθο συνέδριο και επανίδρυσε τη "Συμμαχία της Κορίνθου".

Το 251 π.Χ. κι ενώ η Σικυώνα έχει περάσει στα χέρια διαφόρων τυράννων, κάνει την εμφάνισή τον στην πολιτική και στρατιωτική σκηνή της εποχής ένας νέος άντρας, ο Άρατος, ο οποίος καταφέρνει να εκδιώξει τον τύραννο Νικοκλή, να εγκαθιδρύσει δημοκρατία και να εντάξει την πόλη στην Αχαϊκή Συμπολιτεία, όπου εκλέγεται στρατηγός λίγο αργότερα. Το 243 π.Χ. κυριεύει για λογαριασμό της Συμπολιτείας την Κόρινθο και το Λέχαιο, όμως το 225 π.Χ. αναγκάζεται, προκειμένου να αντιμετωπίσει τον σπαρτιατικό κίνδυνο, να συμμαχήσει με τους Μακεδόνες και να παραδώσει σ' αυτούς την Κόρινθο, καταστέλλοντας ταυτόχρονα εξέγερση στη Σικυώνα. Ο λαμπρός Σικυώνιος στρατηγός πέθανε το χειμώνα τον 214/3 π.Χ., σε ηλικία 57 χρονών.

Την άνοιξη τον 196 π.Χ., οι Ρωμαίοι, που βρίσκονται σε πόλεμο με τους Μακεδόνες, συγκαλούν στην Κόρινθο συνέδριο για την τύχη των ελληνικών πόλεων, όπου αποφασίζουν, αφ' ενός μεν την εγκαθίδρυση ρωμαϊκής φρουράς στον Ακροκόρινθο, αφ' ετέρου δε το αφρούρητο και αφορολόγητο των ελληνικών πόλεων, ενώ δύο χρόνια αργότερα αποχωρεί και η φρουρά από την ακρόπολη της Κορίνθου και η πόλη γίνεται έδρα της Αχαϊκής Συμπολιτείας, γεγονός που πλήρωσε πολύ ακριβά 50 χρόνια αργότερα.

Το Μάιο τον 146 π.Χ. η τακτική συνέλευση της Αχαϊκής συμπολιτείας στην Κόρινθο αποφασίζει την κήρυξη τον πολέμου τυπικά εναντίον των Σπαρτιατών, ουσιαστικά, όμως, εναντίον των Ρωμαίων. Ο ύπατος Λεύκιος Μόμμιος αποστέλλεται από τη Σύγκλητο να αντιμετωπίσει την κατάσταση με σαφείς οδηγίες: Η τιμωρία των Αχαιών να είναι παραδειγματική, ώστε να καταπτοηθούν όλοι οι 'Ελληνες. Μετά από μία σειρά λάθος χειρισμούς, από πλευράς των στρατηγών της Αχαϊκής Συμπολιτείας, οι Ρωμαίοι κυρίευσαν την πόλη της Κορίνθου και επιδόθηκαν στην υλοποίηση της απόφασης της Συγκλήτου, με υπερβολικό ζήλο. 'Ετσι, έσφαξαν όλους τους άνδρες, πούλησαν ως δούλους τις γυναίκες, τα παιδιά και τους απελεύθερους δούλους, λεηλάτησαν την πόλη και τέλος την πυρπόλησαν. Η Κόρινθος ερημώθηκε κυριολεκτικά. Ένα τμήμα της χώρας δημεύτηκε από τη Ρώμη ως δημόσια γη, ενώ το υπόλοιπο υπήχθη στη Σικυώνα, η οποία ανέλαβε και την οργάνωση των Ισθμίων.

Το 44 π.Χ. ο Ιούλιος Καίσαρ επαναποίκισε την Κόρινθο με απελεύθερους και βετεράνους Ρωμαίους, που εξελληνίστηκαν πολύ γρήγορα και την ονόμασε Laus Iulia Corinthus. Η νέα Κόρινθος παρουσίασε πολύ μεγάλη άνθιση, έτσι πού σύντομα έγινε η πλουσιότερη και σημαντικότερη πόλη της Πελοποννήσου, επισκιάζοντας ακόμη και την Αθήνα. Η οικονομική της ευημερία διήρκεσε σε όλη την πρώιμη αυτοκρατορική περίοδο.

Ψηφιδωτή παράσταση από δάπεδο ρωμαϊκής βίλας της Αρχαίας Κορίνθου με βουκολική σκηνή.

Έτσι, κατά τη δεύτερη περιοδεία του ο Απόστολος Παύλος βρίσκει στην Κόρινθο μια ανθηρή οικονομικά κοινωνία και παραμένει ενάμισι χρόνο στην πόλη  κοντά στους Ακύλα και Πρίσκιλλα, οι οποίοι ίδρυσαν την πρώτη χριστιανική κοινότητα στην περιοχή. Ο Παύλος διατήρησε θερμές σχέσεις με την Εκκλησία της Κορίνθου, μάλιστα επισκέφτηκε άλλες δύο φορές την πόλη.

Κατά τον 3ο μ.Χ. αιώνα, η οικονομική και εμπορική ευημερία της Κορίνθου κλονίστηκε βαθύτατα από την επιδρομή των Ερούλων, την πρώτη μεγάλη γοτθική επιδρομή. Είναι γνωστό ότι μετά το 267 μ.Χ. ορδές Ερούλων κατέλαβαν και κατέστρεψαν τόσο την Κόρινθο όσο και τη Σικυώνα, αλλά και όλες τις πόλεις της Πελοποννήσου.

Τέλος, το 346 μ.Χ. κατά την επιδρομή τον Βησιγότθον Αλάριχου και των ορδών του, η Κόρινθος, όπως και όλες οι αρχαίες πόλεις της σημερινής Κορινθίας, εγκαταλελλειμένες από το νεοσύστατο ανατολικό ρωμαϊκό κράτος, υπέστησαν τις σοβαρότερες καταστροφές, λεηλατήθηκαν οικτρά, ενώ πολλοί κάτοικοί τούς εξανδραποδίστηκαν. Μετά την επιδρομή αυτή σβήνει η αίγλη των αρχαίων χρόνων και αρχίζει οριστικά η βυζαντινή περίοδος.

Η εξαιρετικής στρατηγικής σημασίας θέση τον νομού Κορινθίας απετέλεσε και κατά τη βυζαντινή περίοδο το λόγο για τον οποίο η περιοχή έγινε σημείο τριβών, προστριβών και αντεκδικήσεων μεταξύ Βυζαντινών, Φράγκων και Τούρκων. Ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Ιουστινιανός, οχυρώνει την πόλη της Κορίνθου, την οποία ορίζει ως έδρα τον Βυζαντινού θέματος της Πελοποννήσου. Κατά το τέλος της πρώτης χιλιετηρίδας μ.Χ., η Κόρινθος γνώρισε μεγάλη βιοτεχνική ακμή, γεγονός που της απέφερε μεγάλο πλούτο, ο οποίος έγινε η αφορμή για τη λεηλασία της από τους Νορμανδούς, κατά το έτος 1146. Το 1190 τα κορινθιακά παράλια ήταν εξαιρετικά επικίνδυνα λόγω πειρατείας. Την εποχή αυτή, ο αυτοκράτορας Αλέξιος Γ Άγγελος ανέθεσε στον άρχοντα τον Ναυπλίου Θεόδωρο Σγουρό, να ναυπηγήσει στόλο κατά των πειρατών. Ο Λέων Σγουρός, που διαδέχτηκε το Θεόδωρο στην αρχοντία, μεγάλωσε την κυριαρχία τον καταλαμβάνοντας το Άργος, την Κόρινθο, περιο-χή των Αθηνών κι έφτασε μέχρι τη Λάρισα. Μετά από σύγκρουση με τους Φράγκους και διαδοχικές υποχωρήσεις οχυρώθηκε, τελικά, στον Ακροκόρινθο. Η πολιορκία τον κάστρου διήρκεσε τέσσερα χρόνια, εν τω μεταξύ ο Λέων Σγουρός πέθανε (1208) -κατά μία πηγή κατακριμνησθείς από των τειχών τον Ακροκόρινθου και τον διαδέχθηκε ο Μιχαήλ Άγγελος της Ηπείρου. Τελικώς, το κάστρο παραδόθηκε το 1209 ή τις αρχές τον 1210. Μετά από αυτή την εξέλιξη, η Κορινθία πέρασε και τυπικά στην Φραγκική κατοχή και υπήχθη στο πριγκηπάτο της Αχαΐας.

 Η ενετική υδατογέφυρα στο Λογγοπόταμο τον σημερινού Δήμου Άσσού - Λεχαίον.

Το 1289 πρίγκηπας της Αχαΐας έγινε ο Φλαμανδός Φλοράνς ντ' Αβέσν-Αινώ. Εκείνη την εποχή, οι συγκρούσεις μεταξύ Φράγκων και Βυζαντινών εντειχίζονταν αδιαλείπτως, τελικώς, όμως, δόθηκε λύση χάρη στη διπλωματικότητα τον Φλωρεντίου κι έτσι πολλοί Βυζαντινοί εγκαταστάθηκαν στην Κορινθία. Δυστυχώς, κ όμως, η ειρηνική συμβίωση Φράγκων και Βυζαντινών διήρκεσε λίγο και οι εχθροπραξίες ξανάρχισαν.

Από το 1290 έως το 1358, οπότε ανέλαβε την κασεελλανία της Κορίνθου ο Νικόλαος Ατζιαϊονόλι με ι. δαπάνη τον οποίον επισκευάστηκε ο Ακροκόρινθος, απαλλάχτηκαν οι Κορίνθιοι από χρηματικές οφειλές ι προς το βασιλικό ταμείο, αλλά και από τις φεουδαλικές ι- υποχρεώσεις τους, πλην εκείνων που κατοικούσαν στα σύνορα της Κορινθίας. Τέλος, μαρτυρείται ότι μέχρι το ή 1358 η Κόρινθος ήταν έδρα τον Λατίνου αρχιεπισκόπου, ενώ άλλες μαρτυρίες της εποχής μιλούν για την τέλεση ιππικών αγώνων στο χώρο της αρχαίας Ισθμίας, στους οποίους ελάμβαναν μέρος περισσότεροι από 1000 ιππότες και βαρώνοι.

Μετά το θάνατο τον Ατζιαϊονόλι η Κορινθία πέρασε στην κυριαρχία τον Θετού τον γιου, Νέριον, ο οποίος απέβη βικάριος (επίτροπος) της Κορίνθου και των Βα\σιλικών (Αρχαία Σικνών). Η διοίκησή τον περιελάμβανε τα κορινθιακά παράλια έως και τον Ισθμό. Κατά το έτος 1367, έγινε κυρίαρχος και στην καστελλανία της Κορίνθου αποσπώντας την -ως αντίτιμο λόγω ανεξόφλητου δανείου- από τον Άγγελο, πραγματικό γιο τον Νικολάού. Κατά την εποχή αυτή, πραγματοποιήθηκαν πλείστοι εποικισμοί Αλβανών στην περιοχή της Κορινθίας, σύμφωνα με την επιθυμία τον Νέριον.

Το 1394 ο Νέριος πέθανε και με τη διαθήκη άφηνε τα κάστρα των Βασιλικών (Αρχαία Σικνών) και της Κορίνθου στην κόρη τον Φραντσέσκα, σύζυγο τον Καρόλου Τόκκον, παρά το γεγονός ότι τα είχε υποχεθεί στο σύζυγο της δεύτερης κόρης τον, Θεόδωρο Παλαιολόγο. Ο τελευταίος, μη αποδεχθείς τη διαθήκη, κατέλαβε με ισχυρό στρατό τα φρούρια της βαρωνείας της Κορίνθου, πλην τον Ακροκορίνθου, τον οποίον το φρούριο κατείχαν οι εκτελεστές της διαθήκης. Ο Τόκκος κατάφερε με δόλιο τρόπο να αποκτήσει την κυριαρχία τον Ακροκορίνθου, ο Θεόδωρος τότε επιτέθηκε ξανά και πιθανόν η διαμάχη να συνεχιζόταν, εάν η τουρκική απειλή δεν τους ανάγκαζε να συμβιβαστούν. 'Ετσι, το 1395 ο Ακροκόρινθος περιήλθε στην κυριότητα τον Θεόδωρου.

Το 1400, ο Θεόδωρος Παλαιολόγος, αντιλαμβανόμενος ότι οι δυνάμεις τον δεν ήταν δυνατόν να αναχαιτίσουν την τουρκική προέλαση, πούλησε -Θεωρώντας ότι έτσι προστάτευε- την Κόρινθο μαζί με άλλες περιοχές στους Ιωαννίτες, ιππότες της Ρόδον. Η σθεναρή αντίσταση, όμως, των κατοίκων στην κυριαρχία των ιπποτών, ανάγκασε τον Θεόδωρο να ακυρώσει την πώληση, το 1404.

Την ίδια εποχή συστήνεται το δεσποτάτο τον Μυστρά, με άρχοντα τον Θεόδωρο Α' Παλαιόλογο και η Κορινθία ανήκει πλέον σ' αυτό. Το 1407, ο Θεόδωρος πεθαίνει και ο τότε αυτοκράτορας τον Βυζαντίου Μανουήλ Β Παλαιολόγος καθιστά δεσπότη τον ανήλικο γιο τον, Θεόδωρο Β'. Τον νεαρό δεσπότη συνοδεύει ο Μεγαδούκας Μανουήλ Φραγκόπονλος, ο οποίος αποβιβάζεται, το Μάρτιο τον 1415, στις Κεχρεές και διατάσσει την ανέγερση τον Εξαμίλιου τείχους. Οι εργασίες διήρκεσαν 25 μέρες, ενώ για τη συντήρησή τον διατάζει φόρο το "Φλωριάτικον". Το τείχος καταστράφηκε μερικά χρόνια αργότερα, το 1423, από τούς Τούρκους, κατά την επιδρομή τον Τουραχάν στην Πελοπόννησο.

Από το 1427 έως το 1430, μέσα από διάφορες συγκρούσεις με τους τελευταίους Φράγκους της Πελοποννήσου, αλλά και τον κίνδυνο της τουρκικής εισβολής ή επιδρομής, το δεσποτάτο τον Μυστρά βρίσκεται με τρεις άρχοντες, τους αδελφούς Οεόδωρον Β', Κωνσταντίνο και Θωμά Παλαιολόγο. Το 1443 ο Θεόδωρος αποχωρεί και στη μοιρασιά μεταξύ Κωνσταντίνου και Θωμά, η Κορινθία περιέρχεται στη δεσποτεία τον πρώτου.

Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, διορατικός και δραστήριος όπως ήταν, φρόντισε αμέσως να επισκευάσει τα μισοκατεστραμμένα τείχη τον Ισθμού (1444) και εν συνεχεία εξεστράτενσε προς τη Στερεά Ελλάδα, πετυχαίνοντας απανωτές νίκες, πράγμα που ανησύχησε τους Τούρκους και το σουλτάνο, Μονράτ το Β'. 'Ετσι, το φθινόπωρο τον 1446, ο Μονράτ έφτασε στα Μεγάλα Δερβένια των Γερανείων, με 60.000 στρατό, έτοιμος να χτυπηθεί με τον Κωνσταντίνο, που είχε οχυρωθεί πίσω από τον καλοτειχισμένο Ισθμό. Παρά τη σθεναρή και ηρωική αντίσταση τον Κωνσταντίνου, ο Μονράτ κατάφερε, στις 7 Δεκεμβρίου, να καταστρέψει τα τείχη τον Ισθμού και να προελάσει στην Κορινθία, καταστρέφοντας και λεηλατώντας την Κόρινθο και τη Σικυώνα, ενώ οι γενίτσαροι προέβαιναν σε σφαγή τον πληθυσμού. Ο Παλαιολόγος, μαζί με τον αδελφό τον Θωμά, ίσα που πρόλαβαν να διαφύγούν στη Σολυγεία, για να σωθούν. 'Ηταν η πρώτη φορά, που η Κορινθία ερχόταν αντιμέτωπη με το τουρκικό γιαταγάνι. Τελικώς, τον ίδιο χειμώνα ο Μονράτ έκλεισε ειρήνη με τον Κωνσταντίνο, αφού τον υποχρέωσε να πληρώνει φόρους και εγκατέλειψε την Πελοπόννησο καταστρέφοντας το Εξαμίλιο τείχος.

Μετά το θάνατο τον Ιωάννη Η Παλαιολόγου, ο Κωνσταντίνος τον διαδέχθηκε στην αυτοκρατορία, ως Κωνσταντίνος ΙΑ' Παλαιολόγος και η Κορινθία περιήλθε, πλέον, στη δεσποτεία τον αδελφού τον, Δημητρίού. Το 1452, σε δεύτερη προέλαση των Τούρκων στην Πελοπόννησο, υπό τον Τονραχάν και τους γιους τον Αχμέτ και Αμάρ και κατά την επιστροφή τους προς τον Ισθμό, ο φρούραρχος τον Ακροκορίνθου Ματθαίος Ασάνης παρέταξε στρατεύματα στα Δερβενάκια και πέτυχε μεγάλη νίκη, αιχμαλωτίζοντας, μάλιστα, τον γιο τον Τονραχάν, Αχμέτ. Το Μάιο τον 1453, όμως, η Βασιλεύονσα έπεσε στα χέρια τον Μωάμεθ Β' τον Πορθητή.

Στις 15 Μαίου τον 1458, ο Μωάμεθ ο Β' με πρόφαση τη μη έγκαιρη πληρωμή φόρων από το Θωμά Παλαιολόγο, εισέβαλλε στην Πελοπόννησο και πολιόρκησε την Κόρινθο. Με έκπληξη, διαπίστωσε πως δεν είναι εύκολη η κατάληψη τον κάστρου τον Ακροκορίνθου και αφήνοντας στο πόδι τον τον Μαχμούτ Πασά προχώρησε στο εσωτερικό τον Μοριά. Αξιομνημόνεύτη είναι η αντίσταση που συνάντησε στον Ταρσό τον Φενεού, αλλά και στο οχυρό τον Πολυφεγγίου της Νεμέας. Το καλοκαίρι του ιδίου έτους, επέστρεψε στον Ακροκόρινθο, όπου η πολιορκία συνεχιζόταν. Ο Μωάμεθ, διαπιστώνοντας ότι δεν μπορούσε να καταβάλει με τα όπλα τους εγκλείστους, άφησε το λιμό και την έλλειψη τροφών να τον "παραδώσουν" το φρούριο. Έτσι, ο φρούραρχος Ασάνης συνθηκολόγησε την παράδοσή τον, την 6η Αυγούστου 1458. Έκτοτε, η Κορινθία, όπως και όλη η Πελοπόννησος, περιήλθε σε τουρκική κατοχή.

Παρόλα αυτά, οι Βενετοί που πάντα έβλεπαν με καλό μάτι την κατοχή τον Μοριά, βρίσκονταν σε διαρκή δια-μάχη με τους Τούρκους -παρά τις διαρκείς υπογραφές ειρήνης. Στα πλαίσια αυτών των διενέξεων, τον Αύγουστο τον 1463 Ενετοί, 'Ελληνες και Αλβανοί κατέλαβαν τον Άγιο Βασίλειο, ενώ ο Ενετικός στόλος κατέπλεε σεις Κεχρεές και στη συνέχεια οχύρωσαν τον Ισθμό, με σκοπό να αποκλείσουν τους Τούρκους της Κορίνθου, από πιθανή βοήθεια. Στις 20 Οκτωβρίου δόθηκε μάχη κάτω από τον Ακροκόρινθο, αλλά λίγες μέρες αργότερα, φοβούμενοι τα ισχυρά τουρκικά στρατεύματα, που κατευθύνονταν εναντίον τους, έλύσαν την πολιορκία και αποσύρθηκαν στο Ναύπλιο. Το Δεκέμβριο τον 1481, ο Μέξας Μπονζίκης εισέβαλλε στην Κόρινθο, έσφαξε τον βοεβόδα και αποκόμισε λάφύρα.

Στις 7 Αυγούστου τον 1687, ο Ενετός αρχιστράτηγος Μοροζίνης κατέλαβε την Κόρινθο μισοκατεστραμμένη, ενώ το καλοκαίρι τον 1692 οι Τούρκοι προήλασαν στον Ισθμό και κατέκαψαν την πόλη και πολιόρκησαν χωρίς επιτυχία τον Ακροκόρινθο. Τελικώς, μετά και τον τρίτο Βενετοτονρκικό πόλεμο με τη συνθήκη τον Κάρλοτς (1699), η Πελοπόννησος αποδόθηκε στούς Βενετούς κι έτσι και στην Κορινθία, όπως και σε όλο το Μοριά, άρχισε η δεύτερη Ενετοκρατία, που κράτη-σε μέχρι το 1715, όταν στις 10 Ιουνίου ο Σερασκέρης Μεγάλος Βεζύρης στρατοπέδεύσε, με πλήθος στρατού, στο Σολύγειο λόφο και πολιόρκησε τον Ακροκόρινθο. Το κάστρο παραδόθηκε πολύ γρήγορα, με συνθηκολόγηση την 20η Ιουλίου κι έκτοτε η Κορινθία περιήλθε και πάλι στα χέρια των Τούρκων.

Βιβλιογραφία

Κορινθία. Φυσικό περιβάλλον , ιστορία ,μνημεία , οικολογικές και πολιτιστικές διαδρομές. Νομαρχιακή αυτοδιοίκηση Κορινθίας , 2005

1. Προσωρινά Στοιχεία Στατιστικής Υπηρεσίας, 1999
2. Υδατοκαλλιέργειες στο Νομό Κορινθίας, 'Εκδοση Ν.Α. Κορινθίας
3. Στοιχεία Συστάσεως και εξελίξεως των Δήμων και Κοινοτήτων (27 Νομός Κορινθίας), 'Εκδοση της Κεντρικής 'Ενωσης Δήμων και Κοινοτήτων της Ελλάδος, ΑΘήνα 1962
4. ΑΘ. Σταγειρίτη, Ωγυγία, Εκδόσεις Ελεύθερη Σκέψη
5. Kerenyi Κ., Ελληνική Μυθολογία, Εκδόσεις Εστία
6. Ιστορία τον Ελληνικού Έθνους, Εκδόσεις Εκδοτική Αθηνών Α.Ε.
7. Ν. Παπαχατζή, Παυσανίου Ελλάδος Περιήyησις, Κορινθιακά -Λακωνικά, Εκδ. Εκδοτική Αθηνών ΑΕ, ΑΘήνα 1976.
8. Πέππα Ι., Μεσαιωνικές Σελίδες της Αρyολίδας, Αρκαδίας, Κορινθίας, Αττικής, Αθήνα 1990
9. Τον ιδίον, Μεσαιωνικές Σελίδες της Κορινθίας και Μορέως, ΑΘήνα 1990
10. Λάμπη Αποστολίδη, Η Κορινθία στην Επανάσταση τον 1821, τόμοι Α' και Β', Εκδόσεις Κορινθιακή Βιβλιοθήκη
11. Ματθ. Ανδρεάδη, Η Κορινθία μετά το 1821, Εκδόσεις "Κορινθιακή Βιβλιοθήκη"
12. Γ. Σπηλιώτη, Βυζαντινοί Ναοί της περιοχής τον Σοφιχού
13. Σ. Τσεκούρα, Το χωριό Αθίκια χθες και σήμερα, Αθήνα 1994
14. Σμ. Αγγελίδου, Οδοιπορικό ιστορικό - αρχαιολογικό
15. 1ο Γυμνάσιο Ξυλοκάστρου, Παλιές και σημαντικές εκκλησίες τον Δήμου Ξυλοκάστρου
16. Π.Χ. Δορμπαράκη - Κασ. Πανουτσοπούλου, Η περιοχή της Ευρωστίνης Κορινθίας, 'Εκδοση Συλλόγου Ευρωστινίων Gutenberg
17. Νικ. Γ. Παπανδρεάδη, Ιστορία και Λαοyραφία της Ζάχολης
18. Μιχ. Κορδώση, Αρχαία και Πρωτοβυζαντινή Τενέα, Ιωάννινα 1999
19. Βυζαντινά και Χριστιανικά Μνημεία, 'Εκδοση τον δήμου Λουτρακίου - Περαχώρας
20. Φυσικά Οικοσυστήματα της Κορινθίας, έκδοση Ν.Α. Κορινθίας 21. Όρος Κυλλήνη (Ζήρεια), έκδοση Ν.Α. Κορινθίας

21. Υπουργείο Πολιτισμού & Αθλητισμού / Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων

Περισσότερα για τον Δήμο Κορινθίων

Η πύλη της Πελοποννήσου

Περισσότερα Για Τον Νομό

Αξιοθέατα

Δραστηριότητες

Παραλίες Κορινθίας